An end has a start

on Πέμπτη, Οκτώβριος 13, 2011

Κανονικά, θα έπρεπε να είχα πιάσει τα πράγματα από την αρχή, να αφηγηθώ μια ιστορία από την ώρα που ξεκίνησε μέχρι το τέλος της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν ξέρω πότε είναι η αρχή και πότε το τέλος, δε νομίζω ότι πρόκειται καν για μια ιστορία από αυτές που κάποτε άρχισαν και κάποτε θα τελειώσουν. Η πιο σωστή λέξη θα ήταν όχι «ιστορία» αλλά «κατάσταση». Κάτι μπήκε στο μυαλό μου σαν παράσιτο και έμεινε σε αδράνεια για άγνωστο χρονικό διάστημα. Από τότε, εμφανίζεται και εξαφανίζεται κατά το δοκούν, χωρίς αυστηρά χρονικά πλαίσια και χωρίς εγώ να καταλαβαίνω τίποτα.

Νιώθω πως κάθε φορά που ξεκινάει, χάνω την επαφή με την πραγματικότητα. Σαν να με έχουν δέσει με χιλιάδες μπαλόνια και ανεβαίνω σιγά-σιγά προς τον ουρανό, τα πόδια μου ίσα που αγγίζουν το έδαφος με τις μύτες. Σαν να παίζει κάποιος με τους διακόπτες και να σβήνουν τα φώτα το ένα μετά το άλλο. Κάτι χτυπάει μέσα μου˙ ένα τικ ανεπαίσθητο σαν ωρολογιακή βόμβα. Δεν ξέρω πότε θα σκάσει, μπορεί να γίνει σε λίγα λεπτά ή να πάρει χρόνια ή ποτέ, αλλά με πνίγει το συναίσθημα ότι ο χρόνος μου τελειώνει. Δεν ξέρω τι θα ακολουθήσει, μπορεί να είναι απόλυτα φρικτό ή όχι και τόσο. Φοβάμαι όμως˙ με μεγάλωσαν να είμαι δειλός/ή και αυτό φαίνεται και από τις προτάσεις μου, είναι γεμάτες άνω τελείες και κόμματα γιατί μου είναι αδύνατο να πάρω τη μικρή απόφαση να βάλω τελεία.

Για όσο κρατάει, φοβάμαι ακόμη και τη σκιά μου. Δεν θέλω κανείς να καταλάβει τι συμβαίνει πριν καταλάβω εγώ τι στο διάολο συμβαίνει. Μου λένε ότι είμαι ψυχρός/ή και απόμακρος/η αλλά δεν είναι αλήθεια. Προσπαθώ να κρατηθώ από ένα χέρι, γιατί φοβάμαι πως θα πετάξω μακριά ή θα βυθιστώ στα έγκατα της γης, και ψάχνω αυτό το χέρι, αλλά κανένα χέρι ως τώρα δεν είναι αρκετά δυνατό για να κρατηθώ και δεν θέλω να παρασύρω κανένα άλλο σε αυτό που θα ακολουθήσει.

Και ξαφνικά, μια μέρα ξημερώνει και όλα έχουν ηρεμήσει. Ό,τι με αναστάτωνε έχει κοιμηθεί και δεν φοβάμαι τόσο πολύ πια 
και τότε το πλησιάζω 
και το σκουντάω με ένα ξύλο 
και ξαναξυπνάει.